ἀβληχρός

ἀβληχρός
See also: βληχρός
Page in Frisk: 1,4

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αβληχρός — ἀβληχρός, ά, όν (Α) ασθενής, αδύναμος, απαλός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ (προθετ.) + βληχρός] …   Dictionary of Greek

  • ἀβληχρός — weak masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβληχρά — ἀβληχρός weak neut nom/voc/acc pl ἀβληχρά̱ , ἀβληχρός weak fem nom/voc/acc dual ἀβληχρά̱ , ἀβληχρός weak fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβληχρόν — ἀβληχρός weak masc acc sg ἀβληχρός weak neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβληχραί — ἀβληχρός weak fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβληχροῖς — ἀβληχρός weak masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβληχροί — ἀβληχρός weak masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβληχρούς — ἀβληχρός weak masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβληχρή — ἀβληχρός weak fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβληχρήν — ἀβληχρός weak fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβληχρῷ — ἀβληχρός weak masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.